tasos-tarpinidis

Στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο, κάθε φορά που γίνεται δημόσιος λόγος για «ανάπτυξη» ή για το «αναπτυξιακό μοντέλο» που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα, για να βαδίσει με ασφάλεια στον 21ο αιώνα, γίνονται τόσο ξεκάθαρα τα σχέδια που περιγράφονται στις θέσεις των κομμάτων, ώστε μετά την 7η Ιουλίου, κανείς πλέον δεν θα έχει δικαίωμα να ισχυριστεί πως δεν γνώριζε ή δεν είχε καταλάβει.

Από τη μία πλευρά, υπάρχει το σχέδιο που θέλει να εδραιώσει στη χώρα τη λογική της «φθηνής ανάπτυξης», αυτής που προσελκύει τις εγχώριες και ξένες επενδύσεις, εξαιτίας της χαμηλά αμειβόμενης εργασίας, της ευελιξίας των εργασιακών σχέσεων και των – ει δυνατόν – ανύπαρκτων φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων για τους επενδυτές. Το σχέδιο αυτό, για να πετύχει, προϋποθέτει τη θέσπιση χαμηλών αμοιβών, την υπονόμευση, αν όχι την κατάργηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης των όρων εργασίας μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, την προαγωγή ατομικών συμβάσεων, την υιοθέτηση και διεύρυνση ελαστικών μορφών απασχόλησης, αδιαφορώντας για την αναγκαιότητα της κοινωνικής συνοχής και της σημασίας που αυτή έχει για την ευημερία και την ασφάλεια μιας κοινωνίας.Το σχέδιο αυτό επιβάλλει επίσης, το δραστικό περιορισμό των παροχών προς τις φτωχότερες τάξεις, κυρίως μέσα από τη μείωση των δαπανών για την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση και την εκπαίδευση, αφού διαφορετικά η χώρα δεν θα μπορέσει να πάρει το «χρίσμα» του «φορολογικού παραδείσου». Τέλος, το σχέδιο αυτό αδιαφορεί για το μέλλον της νέας γενιάς, για τους ανθρώπους που διψούν για μόρφωση, αλλά δεν μπορούν να την πληρώσουν, για τους ανθρώπους που έχουν ικανότητες να δημιουργήσουν και να προσφέρουν καινοτόμες υπηρεσίες, αλλά θα αναγκαστούν μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες, γιατί εκεί οι υπηρεσίες αυτές αμείβονται καλύτερα. Αυτό είναι το σχέδιο που οραματίζεται για τη χώρα η ΝΔ, θεωρώντας βαρίδιο για την «ανάπτυξη» την παροχή εργασίας με όρους αξιοπρέπειας, αντιμετωπίζοντας ως εμπόδιο το κοινωνικό κράτος και τελικά, πολεμώντας ως εχθρό την ίδια την κοινωνία.

Από την άλλη πλευρά, το σχέδιο που οραματιζόμαστε στον ΣΥΡΙΖΑ, θεωρεί ότι η χώρα πρέπει να επενδύσει στην οικονομία της καινοτομίας και της εξωστρέφειας, αξιοποιώντας το συντριπτικό της πλεονέκτημα που είναι το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό της. Και για να το καταφέρει αυτό, πρέπει να προστατεύσει τον χαρακτήρα της δημόσιας εκπαίδευσης, βελτιώνοντας δραστικά τη λειτουργία και τις υποδομές της, να εδραιώσει την κοινωνική ειρήνη, περιορίζοντας τις ανισότητες και περιθάλποντας τους ασθενείς και τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας της, να καλλιεργήσει την κουλτούρα της συνεργασίας και του υγιούς ανταγωνισμού, πατάσσοντας τα φαινόμενα της ανομίας και της διαφθοράς. Τα στοιχεία αυτά όχι μόνον είναι ικανά να προκαλέσουν επενδυτικό «σεισμό», αλλά αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη χάραξη μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής, μιας στρατηγικής που θα διασφαλίζει την ευημερία και την ασφάλεια της χώρας, όχι μόνο για τους λίγους, αλλά και για τους πολλούς.

Στην τετραετία που προηγήθηκε, παρά τους ανυπέρβλητους δημοσιονομικούς περιορισμούς, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έθεσε αναμφίβολα τις βάσεις, για να υλοποιήσει το παραπάνω σχέδιό της. Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, μέγιστο μέλημά της υπήρξε η διάσωση της κοινωνικής συνοχής, η προστασία των αδύναμων, όλων αυτών που η οικονομική κρίση διέλυσε και οδήγησε στην αναξιοπρέπεια, την οικονομική και κοινωνική καταστροφή. Εκατοντάδες μέτρα και προγράμματα θεσπίστηκαν για τη στήριξη των ανέργων, τη διαγραφή ή τη διευκόλυνση της αποπληρωμής των οφειλών, για τις οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα, για όλα αυτά που τα ΜΜΕ, τα οποία έχουν λόγους να υπηρετούν τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, δεν σταμάτησαννα καλλιεργούν το ψεύδος πως τα μέτρα αυτά στήριξαν τους «ακάματους» και τους «τεμπέληδες». Παράλληλα, με σωρεία νομοθετικών παρεμβάσεων στον τομέα της εργασίας, μετέβαλε τις ασφυκτικές συνθήκες που είχαν δημιουργήσει οι μνημονιακές διατάξεις (επαναφορά Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, αύξηση κατώτατου μισθού, κατάργηση υποκατώτατου μισθού για τους νέους κ.ά) και αύξησε τις θέσεις εργασίας, καταγράφοντας  μόλις πρόσφατα ιστορικό, μετά το 2001, ρεκόρ νέων ποιοτικών θέσεων απασχόλησης.  Τα μέτρα αυτά, σε συνδυασμό με όλες εκείνες τις πολιτικές που εφαρμόσθηκαν στους χώρους της υγείας και της εκπαίδευσης, είναι οι προϋποθέσεις που βελτιώνουν αναμφισβήτητα τη θέση της χώρας και ήδη την έχουν καταστήσει πόλο έλξης δεκάδων μεγάλων και στρατηγικών επενδύσεων.

Την 7η Ιουλίου το διακύβευμα είναι ξεκάθαρο. Είναι η σοβαρότερη απόφαση που καλούνται να λάβουν οι πολίτες της χώρας για τη ζωή τους. Επιστροφή στα αποτυχημένα μοντέλα της χρεοκοπίας ή επένδυση στον άνθρωπο και την κοινωνία ;

*Ο Τάσος Ταρπινίδης, είναι Δικηγόρος – Εργατολόγος, υποψήφιος Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Α΄ Θεσσαλονίκης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ το σχόλιό σας
Το όνομά σας εδώ